Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Στις 20 Ιουλίου 1974, σαράντα περίπου χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες, υπό την υποστήριξη της Τουρκικής Αεροπορίας και του ναυτικού εισέβαλαν παράνομα και κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις βόρειες ακτές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η απόβαση των Τουρκικών στρατευμάτων που ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά η πρώτη από τη δεύτερη, είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περίπου 200.000 εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, περίπου 4.000 νεκροί, και 1.619 δηλώθηκαν αγνοούμενοι. Οι Τούρκοι κατακτούν το 65% της καλλιεργήσιμης έκτασης, το 70% του ορυκτού πλούτου, το 70% της βιομηχανίας, το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων.


Η Τουρκία υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για εισβολή αλλά για «ειρηνική επέμβαση» με σκοπό την επαναφορά του συνταγματικού σκηνικού στην πριν του πραξικοπήματος κατάσταση. Επίσης η Τουρκία ανακοίνωσε ότι το δικαίωμα για την επέμβασή της ήταν κατοχυρωμένο στη Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνθήκη που δημιουργήθηκε με σκοπό να διαφυλάσσει την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν δίνει το δικαίωμα ένοπλης παρέμβασης στις εγγυήτριες χώρες, παρά μόνο εάν η εγγυήτρια χώρα χρειάζεται να αμυνθεί σε περίπτωση εισβολής από μια τρίτη χώρα.


Η Κυπριακή Δημοκρατία ζητάει ένοπλη παρέμβαση και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εγκρίνει το αίτημα.
Πότε δεν εγκρίθηκε τέτοιο αίτημα από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ποτέ η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ζήτησε από την Τουρκία να παρέμβει στρατιωτικά και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που συνεδρίασε στη Νέα Υόρκη στις 16 Ιουλίου, δεν είχε πάρει απόφαση.

Η Τουρκία, ενέργησε με βάση προσυμφωνημένο σχέδιο της, με τις ΗΠΑ όπως φαίνεται από χάρτη που έχει αποδεσμευτεί από τα αρχεία του Κίσινγκερ.


Η Τουρκία υποστηρίζει (άσχετα με την Συνθήκη Εγγυήσεως) ότι ο Τουρκοκυπριακός λαός ζήτησε την επέμβαση, ο οποίος είχε αναγκαστεί να μεταφερθεί σε καταφύγια και ήταν υπό διωγμό. Παρόλα αυτά, η Συνθήκη Εγγυήσεως ρητώς αναφέρει πως στην προκειμένη περίπτωση που εγγυήτρια χώρα επέμβει, οφείλει να το κάνει με απόλυτο στόχο την διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Αντίθετα, η Τουρκία εισέβαλε και έκτοτε κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλώνει ταυτόχρονα, πως δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος. Επιπλέον, η Αγγλία, η τρίτη εγγυήτρια χώρα, συνεχίζει να αναγνωρίζει φραστικά την Κυπριακή Δημοκρατία και την Συνθήκη Εγγυήσεως. Δεν έχει όμως επέμβει μέχρι σήμερα για να διαφυλάξει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Κυπριακή Δημοκρατία κάλεσε την Τουρκία, να προσφύγουν και οι δυο χώρες στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να γνωματεύσει κατά πόσο νόμιμα εισέβαλε η Τουρκία στην Κύπρο. Η Τουρκία όμως αρνείται.


Τις πρώτες δεκαετίες της αγγλοκρατίας οι Έλληνες της Κύπρου είδαν με ευχαρίστηση την αλλαγή. Η Τουρκική-Οθωμανική κακοδιοίκηση και τυραννία τερματιζόταν, οι νέοι κυρίαρχοι, αν και ξένοι, ήταν χριστιανοί και τους συνόδευε η φήμη ότι κυβερνούσαν τους λαούς με πνεύμα φιλελεύθερο και ανεκτικό. Από την πρώτη στιγμή γεννήθηκαν ελπίδες ότι οι Άγγλοι θα παραχωρούσαν τελικά την Κύπρο στην μητέρα Ελλάδα.


Μετά την είσοδο της Τουρκίας στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας, Αυστρίας) και τα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την Συνθήκη της Λωζάνης, η Αγγλία κήρυξε άκυρη τη Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1878), απέλασε και ακύρωσε όλες τις Τουρκικές βλέψεις προς την Κύπρο, και προσάρτησε το νησί στις 5 Νοεμβρίου 1914, καθιστώντας την «αποικία του Στέμματος».

Οι σαφείς δεσμεύσεις έναντι της Τουρκίας, με τις οποίες η Αγγλία είχε αναλάβει την διακυβέρνηση της Κύπρου, δεν υφίσταντο πλέον. Η Αγγλία ανακήρυξε την Κύπρο ως αποικία για καθαρά δικά της συμφέροντα.


Αγορεύοντας κατά τη συζήτηση του Κυπριακού τον Σεπτέμβριο του 1954, ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Σέλγουιν Λόιντ επίτηδες έδωσε έμφαση στην αντίθεση των Τουρκοκυπρίων προς την Ένωση και τον κίνδυνο διακοινοτικών ταραχών. Πρόσφερε έτσι την ευκαιρία στον Τούρκο αντιπρόσωπο Σελίμ Σαρπέρ να υποστηρίξει πλήρως τις βρετανικές θέσεις και να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας.


Πλήρη ανάμειξη της Τουρκίας στο Κυπριακό επιχείρησε η κυβέρνηση του Άντονι Ήντεν το καλοκαίρι του 1955. Ενδεικτικά, στις 30 Ιουνίου 1955 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Χάρολντ Μακμίλαν προσκάλεσε τους ομολόγους του της Ελλάδας Στέφανο Στεφανόπουλο και της Τουρκίας Φατίν Ρουστού Ζορλού σε μια τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο για να συζητήσουν «πολιτικά και αμυντικά ζητήματα που επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο».

Παρά τις έντονες προειδοποιήσεις του Μακαρίου ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στη Διάσκεψη θα σήμαινε αναγνώριση της Τουρκίας ως ενδιαφερόμενου μέρους στο Κυπριακό, η Ελληνική Κυβέρνηση έπεσε σε καλοστημένη παγίδα.


Από τη στιγμή που οι Βρετανοί κατέστησαν την Τουρκία ισότιμο ενδιαφερόμενο μέρος στο Κυπριακό, οι Τούρκοι αποθρασύνθηκαν. Με τρόπο ωμό, βίαιο και έξω από τα διπλωματικά θέσμια πολλές φορές, δεν παρέλειπαν ευκαιρία που να μην καθιστούν σαφές, τόσο προς την Αγγλία, όσο και προς την Ελλάδα και τις ΗΠΑ ότι καμία λύση δεν θα μπορούσε να δοθεί στο Κυπριακό χωρίς την έγκριση της Τουρκίας.

Και καθώς η Τουρκία εθεωρείτο πολύτιμος και αναντικατάστατος σύμμαχος του ΝΑΤΟ, οι τουρκικές αυτές προειδοποιήσεις λαμβάνονταν πολύ σοβαρά υπόψη.


Τελικά, η αγγλική πολιτική στο Κυπριακό κατέστη δέσμια των Τούρκων. Δεν απείχε από την πραγματικότητα αυτό που ο Ρούντολφ Τσόρτσιλ, γιος του Ουίνστον Τσόρτσιλ, είπε στις 6 Ιουλίου του 1956 στον Αμερικανό δημοσιογράφο Σάυρους Σουλτσμπέργκερ: «Το Φόρειν Όφις δεν το διευθύνει πια ούτε ο Ίντεν, ούτε ο Σέλγουιν, αλλά ο Μεντερές».



Η αδυναμία των Άγγλων να καταστείλουν τη δράση της ΕΟΚΑ τούς ανάγκασε να διαπραγματευτούν για πρώτη φορά το Κυπριακό αποκλειστικά με τον Μακάριο και όχι και με εκπροσώπους των Τουρκοκυπρίων. Στις 30 Οκτωβρίου 1955 στάλθηκε στην Κύπρο ως Κυβερνήτης ο σερ Τζων Χάρτινγκ και συναντήθηκε με τον Μακάριο.






Πρότεινε το ίδιο σχέδιο αυτοκυβέρνησης που είχε παρουσιάσει ο Μακμίλαν και προνοούσε τη νομοθετική εξουσία να την ασκούσε Νομοθετική Συνέλευση με «αιρετή πλειοψηφία» με τη συμμετοχή Τουρκοκυπρίων. Οι εξωτερικές υποθέσεις, η άμυνα και η εσωτερική ασφάλεια θα άνηκαν ασφαλώς στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κηδεμόνα της Κύπρου, Άγγλου Κυβερνήτη.

Ο Μακάριος για πρώτη φορά, όπως παρατηρεί ο Κρανιδιώτης, εγκατέλειπε το αίτημα της άμεσης Ένωσης και δεχόταν να συνεργαστεί με τη Βρετανική Κυβέρνηση σε ένα μεταβατικό σύνταγμα αυτοκυβέρνησης μέχρι την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης.








Μία απόπειρα της Τουρκίας να εισβάλει στο νησί και να επιβάλει την διχοτόμηση ήταν στις 25 Φεβρουαρίου 1964, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία εξήγγειλε τον αφοπλισμό των ατάκτων και τη δημιουργία μιας δύναμης 5.000 ειδικών αστυνομικών. Αυτό έμελλε να είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία στρατού της Κύπρου, που αργότερα πήρε την ονομασία «Εθνική Φρουρά».


Την 1η Ιουνίου 1964 θεσπίστηκε νόμος που προέβλεπε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Ο νόμος προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Τουρκίας και της Αγγλίας. Ο Κουτσιούκ, ο οποίος μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις δήλωσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν νεκρή, τώρα παρουσιάζεται ως αντιπρόεδρος και προβάλει βέτο. Η Τουρκία ειδοποίησε τις ΗΠΑ ότι σκόπευε να διατάξει εισβολή.

Η Σοβιετική Ένωση, μέσω του σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσιόφ, δηλώνει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό την πρόθεσή της να υπερασπιστεί την ελευθερία και ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Στις 5 Ιουνίου 1964 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζόνσον, με αυστηρή επιστολή του προς τον Ισμέτ Ινονού, ανακόπτει την Τουρκική πρόθεση, δηλώνοντας πως «εάν η Σοβιετική Ενωση αντιδρούσε στη Τουρκική εισβολή, το ΝΑΤΟ δεν θα εμπλεκόταν και η Τουρκία θα αφηνόταν στο έλεος της Σοβιετικής Ένωσης.


Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 20ης Ιουλίου 1974, ισχυρή τουρκική ναυτική μοίρα αποτελούμενη από αποβατικά σκάφη στα οποία επέβαιναν τουλάχιστον 30.000 άνδρες προσέγγισε τις βόρειες ακτές της Κύπρου και, δίχως να συναντήσει αντίδραση, αποβίβασε καταδρομείς σην παραθαλάσσια θέση "Πέντε Μίλι", κανονιοβολώντας, παράλληλα ολόκληρη την ακτογραμμή. 

Επιπλέον, αεροπορικές δυνάμεις των τούρκων πραγματοποιούσαν συνεχόμενους βομβαρδισμούς έως και τη Λευκωσία, ενώ εκατοντάδες αλεξιπτωτιστές ρίχτηκαν σε στρατηγικά σημεία, με στόχο τη δημιουργία προγεφυρώματος.


Η καθυστερημένη κινητοποίηση των ελληνοκυπριακών μονάδων (Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ κ.α.) επέτρεψε στους εισβολείς να παγιώσουν σε σύντομο χρόνο τις θέσεις τους από την Κερύνεια έως και την περιοχή του Αγίου Ιλαρίωνα, σε ένα εκτεταμένο μέτωπο εντός του οποίου εγκλωβίστηκαν εκατοντάδες ελληνοκύπριοι στρατιώτες αλλά και οι κάτοικοι των ελληνοκυπριακών χωριών. 

Μόνο στην πρωτεύουσα κατέστη δυνατό να αναχαιτιστούν (κι αυτό μόνο προσωρινά) οι τούρκοι, από μια αντεπίθεση της ΕΛΛ.ΔΥ.Κ. σε συνδυασμό με τις προσπάθειες των κατοίκων να εξουδετερώσουν τους αλεξιπτωτιστές πυροβολώντας από τις ταράτσες και τα μπαλκόνια κατοικιών και δημόσιων κτιρίων.


Αργά το βράδυ της 20ης Ιουλίου το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. εξέδωσε ομόφωνα το υπ' αριθμ. 353 ψήφισμά του, με το οποίο ζητούσε κατάπαυση των εχθροπραξιών και την αποχώρηση του "ξένου στρατιωτικού δυναμικού" από την Κύπρο. Ωστόσο, ο τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ αγνόησε το αίτημα του διεθνούς οργανισμού, επιδιώκοντας να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, μέχρις ότου επιτύχει με τη χρήση των όπλων, τις εδαφικές διεκδικήσεις των τουρκοκυπρίων βάσει του σχεδίου που είχε προτείνει ο ηγέτης των τελευταίων Ραούφ Ντενκτάς.


Στον αντίποδα, η δικτατορική κυβέρνηση της Αθήνας ενήργησε με σπασμωδικό τρόπο, καθώς, όπως διαφάνηκε μετά, ήταν απόλυτα απροετοίμαστη για το ενδεχόμενο τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, πιστεύοντας ότι η Τουρκία δε θα αποτολμούσε κάτι τέτοιο, όπως και το 1964. Η χούντα επιχείρησε μια «γενική επιστράτευση» στην Ελλάδα, η οποία όμως γρήγορα αποδείχθηκε επιπόλαια και ασυντόνιστη ενέργεια και σε δεύτερο χρόνο, ανακλήθηκε. Στις 21 Ιουλίου (δεύτερη μέρα της τουρκικής εισβολής), δυο ελληνικά υποβρύχια που είχαν διαταχθεί να πλεύσουν προς την Κερύνεια, διατάχθηκαν να επιστρέψουν στη βάση τους.


Ακόμη, στον εναέριο χώρο της Κύπρου έφτασαν δώδεκα ελληνικά μεταγωγικά αεροπλάνα, έμφορτα με Έλληνες καταδρομείς, αλλά, από εσφαλμένη εκτίμηση των ελληνοκύπριων, δέχτηκαν "φίλια πυρά", με αποτέλεσμα το ένα να καταρριφθεί (συνέπεια της πτώσης όλοι οι επιβαίνοντες, πλην ενός που πρόλαβε να ριχτεί με αλεξίπτωτο, φονεύτηκαν), ενώ άλλα δυο δέχτηκαν αεροπορικές βολές. Ολόκληρη η Κερύνεια καταλήφθηκε από τους εισβολείς, οι οποίοι, σύμφωνα με μαρτυρίες διασωθέντων ελληνοκύπριων, προέβησαν σε ωμότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.


Τα μεσάνυκτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο εκπρόσωπος του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ μεσολάβησε για τη σύναψη ανακωχής μεταξύ των δυο εμπολέμων μερών, η οποία επιτεύχθηκε νωρίς το απόγευμα (4:00 μ.μ.) της 22ας Ιουλίου. Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης Ελλάδας - Τουρκίας και λόγω του αδιεξόδου στον οποίο είχε περιέλθει, η στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη με τη συμμετοχή του επικεφαλής του ΓΕΕΘΑ και των αρχηγών των τριών Σωμάτων, υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας Γκιζίκη, στην οποία κλήθηκε και ο ταξίαρχος Ιωαννίδης.

Ο τελευταίος, παρά τις έντονες αντιρρήσεις που προέβαλε, αναγκάσθηκε τελικά να αποδεχθεί την απόφαση των υπολοίπων, για την παράδοση της εξουσίας σε πολιτικά πρόσωπα. Ακολούθως, κλήθηκαν στη σύσκεψη οι πιο σημαντικοί πολιτικοί που η ίδια η στρατιωτική χούντα είχε καταργήσει, διώξει ή φυλακίσει σαν "φαύλους" κλπ, προς τους οποίους ανακοινώθηκε η απόφαση.


Από την αρχική κατάπαυση του πυρός, στις 22 Ιουλίου, έως και την 14η Αυγούστου 1974 που εκδηλώθηκε η δεύτερη επιθετική ενέργεια των τούρκων μεσολάβησε αρκετός χρόνος, στη διάρκεια του οποίου διεξήχθησαν (σε δυο φάσεις) ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, στην (ουδέτερη) Γενεύη της Ελβετίας. Ωστόσο, η Τουρκία χρειάστηκε μόλις 65 λεπτά της ώρας, από τη στιγμή που απέσυρε τη διπλωματική της αντιπροσώπευση (στις 3:30 π.μ. της 14ης Αυγούστου 1974) έως ότου (στις 4:35 π.μ.) και βάσει συντονισμένου σχεδίου, εξαπολύσει μια δεύτερη, ευρεία επίθεση σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου με ισχυρότατες δυνάμεις, που έκαμψαν την αντίσταση των ελληνοκυπρίων μαχητών.


Μέσα σε λιγότερες από 60 ώρες, έως τις 6 μ.μ. της 16ης Αυγούστου, οι Τούρκοι είχαν επεκτείνει τη στρατιωτική κατοχή τους σε μια συνολική έκταση που αντιστοιχούσε στο 36,3 % της επιφάνειας της Κύπρου, περιλαμβανομένων ολόκληρης της Επαρχίας Κερύνειας, το μισό σχεδόν της Επαρχίας Λευκωσίας αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της Επαρχίας Αμμοχώστου, με επέκταση σε όλη τη χερσόνησο της Καρπασίας.


Τις επόμενες ημέρες, έως και την 22 Αυγούστου 1974, μια σειρά από διεθνείς μεσολαβητικές προτάσεις για την εξεύρεση ειρηνικής διευθέτησης της διαφοράς στο Κυπριακό πρόβλημα απορρίφθηκαν είτε από την ελληνοκυπριακή, είτε από την τουρκική ή τουρκοκυπριακή πλευρά. Ανούσια αποδείχθηκαν, ως εκ τούτου και τα συνεχή ψηφίσματα που εξέδωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου